Quantcast

Osho Το τρίτο κβαντικό άλμα

Το τρίτο κβαντικό άλμα

 
Όσσο,
με τον Γκωτάμα Βούδα η θρησκεία έκανε ένα κβαντικό άλμα. Ο Θεός έχασε το νόημά του και σημασία είχε μόνο ο διαλογισμός. Τώρα, εικοσιπέντε αιώνες μετά από τον Βούδα, η θρησκεία κάνει και πάλι ένα κβαντικό άλμα με την παρουσία σου και μετατρέπεται σε θρησκευτικότητα. Παρακαλούμε, μίλησε για το φαινόμενο αυτό.
 
Η αναγνώριση ότι έγινε ένα κβαντικό άλμα στη θρησκεία ανήκει εικοσιπέντε αιώνες πίσω, πριν από τον Γκωτάμα Βούδα, στον Αντινάθα, ο οποίος έκανε κηρύγματα για πρώτη φορά θρησκείας χωρίς Θεό. Επρόκειτο για τρομακτική επανάσταση, διότι πουθενά στον κόσμο δεν είχε ποτέ συλληφθεί η ιδέα ότι μπορούσε να υπάρξει θρησκεία χωρίς Θεό. Ο Θεός υπήρξε ουσιώδες μέρος, το κέντρο, όλων των θρησκειών: του Χριστιανισμού, Ιουδαϊσμού, Μωαμεθανισμού. Αν όμως κάνεις τον Θεό κέντρο της θρησκείας, κάνεις τον άνθρωπο απλή περιφέρεια. Αν συλλάβεις την ιδέα τού Θεού ως δημιουργού τού κόσμου, κάνεις τον άνθρωπο απλό ανδρείκελο. Γι΄αυτό και ονομάζεται ο άνθρωπος Αδάμ στα εβραϊκά, που είναι η γλώσσα τού Ιουδαϊσμού. ΄Αδάμ΄ σημαίνει πηλός. Στα αραβικά, ο άνθρωπος λέγεται ΄άντμι΄. Είναι από τον Αδάμ, και σημαίνει επίσης πηλός, λάσπη. Στα αγγλικά, που έχει γίνει γλώσσα τού Χριστιανισμού κατά πολύ, η λέξη human (άνθρωπος) προέρχεται από το ΄humus΄ και humus σημαίνει λάσπη.
 
Φυσικά, αν ο Θεός είναι ο δημιουργός, πρέπει να δημιουργήσει χρησιμοποιώντας κάτι. Πρέπει να φτιάξει τον άνθρωπο σαν άγαλμα, έτσι λοιπόν φτιάχνει πρώτα τον άνθρωπο από λάσπη και μετά τού δίνει την πνοή της ζωής. Αν όμως συμβαίνει αυτό, ο άνθρωπος χάνει κάθε αξιοπρέπεια, και αν ο Θεός είναι ο δημιουργός τού ανθρώπου και κάθε άλλου πράγματος, η όλη ιδέα είναι ιδιότροπη, γιατί, τι έκανε όλη την αιωνιότητα προτού δημιουργήσει τον άνθρωπο και το σύμπαν;
 
Σύμφωνα με τον Χριστιανισμό, δημιούργησε τον άνθρωπο μόνο τέσσερις χιλιάδες και τέσσερα χρόνια πριν από τον Ιησού Χριστό. Τι έκανε λοιπόν όλο τον καιρό σε όλη την αιωνιότητα; Δείχνει λοιπόν ιδιότροπο το πράγμα. Δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αιτία, γιατί αν υπάρχει κάποια αιτία για την οποία ο Θεός χρειάστηκε να δημιουργήσει την ύπαρξη, σημαίνει τούτο ότι υπάρχουν δυνάμεις ανώτερες από τον Θεό, υπάρχουν αιτίες που μπορούν να τον κάνουν να δημιουργήσει. ΄Η, υπάρχει η δυνατότητα να γεννήθηκε ξαφνικά μέσα του η επιθυμία. Ακόμη και αυτό δεν είναι τόσο έγκυρο από φιλοσοφική άποψη, γιατί σε όλη την αιωνιότητα ήταν χωρίς επιθυμίες. Και είναι τόσο μακάριο πράγμα να είσαι χωρίς επιθυμίες που είναι αδύνατο να συλλάβει κανείς την ιδέα ότι μετά από την εμπειρία της αιώνιας μακαριότητας γεννιέται μέσα του η επιθυμία να δημιουργήσει τον κόσμο. Η επιθυμία είναι επιθυμία, είτε θέλεις να φτιάξεις ένα σπίτι είτε θέλεις να γίνεις πρωθυπουργός είτε θέλεις να δημιουργήσεις τον κόσμο. Και δεν μπορούμε να συλλάβουμε την ιδέα ότι έχει ο Θεός επιθυμίες. Το μόνο λοιπόν πράγμα που απομένει είναι ότι είναι ιδιότροπος, εκκεντρικός. Έτσι δεν υπάρχει λόγος για κάποια αιτία και δεν υπάρχει λόγος για επιθυμία΄ είναι μια απλή ιδιοτροπία.
 
Αν όμως ολόκληρη αυτή η ύπαρξη υπάρχει από μια απλή ιδιοτροπία, χάνει κάθε νόημα, κάθε σημασία. Και αύριο, μπορεί να προβάλει μέσα του μια άλλη ιδιοτροπία να καταστρέψει, να διαλύσει ολόκληρο το σύμπαν. Είμαστε λοιπόν απλά ανδρείκελα στα χέρια ενός δικτατορικού θεού ο οποίος έχει όλες τις δυνάμεις αλλά ο οποίος δεν έχει λογικό νου, ο οποίος είναι ιδιότροπος.
 
Για να συλλάβει αυτή την ιδέα πέντε χιλιάδες χρόνια πριν, ο Αντινάθα θα πρέπει να ήταν πολύ βαθύς διαλογιστής, στοχαστικός, και θα πρέπει να είχε φτάσει στο συμπέρασμα ότι με τον Θεό δεν υπάρχει νόημα στον κόσμο. Αν θέλουμε νόημα στον κόσμο, τότε πρέπει να απορρίψουμε τον Θεό. Θα πρέπει να ήταν άνθρωπος με τεράστιο θάρρος. Οι άνθρωποι προσκυνούν ακόμη στις εκκλησίες, στις συναγωγές, στους ναούς΄ κι όμως ο άνθρωπος εκείνος, ο Αντινάθα, πέντε χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς έφτασε στο πολύ ξεκάθαρο επιστημονικό συμπέρασμα πως δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο από τον άνθρωπο και πως ό,τι εξέλιξη πρόκειται να συμβεί βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο και τη συνειδητότητά του.
 
Ήταν αυτό το πρώτο κβαντικό άλμα΄ απορρίφθηκε ο Θεός.
 
Ο Αντινάθα είναι ο πρώτος Δάσκαλος τού Τζαϊνισμού. Δεν πηγαίνει στον Βούδα η αναγνώριση, γιατί ο Βούδας έρχεται εικοσιπέντε αιώνες αργότερα από τον Αντινάθα. Στον Βούδα όμως πηγαίνει μια άλλη αναγνώριση. Ο Αντινάθα απέρριψε τον Θεό αλλά δεν μπόρεσε να βάλει τον διαλογισμό στη θέση του. Αντίθετα, δημιούργησε τον ασκητισμό, τις ασκητικές λιτότητες, τον βασανισμό τού σώματος, τη νηστεία, τη γυμνότητα, το φαγητό μια φορά την ημέρα, να μην πίνεις τη νύχτα, να μην τρως τη νύχτα, να τρως μόνο ορισμένα φαγητά. Είχε φτάσει σε ένα όμορφο φιλοσοφικό συμπέρασμα, φαίνεται όμως ότι το συμπέρασμα ήταν μόνο φιλοσοφικό, δεν ήταν διαλογιστικό.
 
Όταν εκθρονίζεις το Θεό, δεν μπορείς να έχεις τελετουργίες, δεν μπορείς να έχεις λατρεία, δεν μπορείς να έχεις προσευχή΄ πρέπει να τα υποκαταστήσεις με κάτι. Τα υποκατέστησε εκείνος με τις ασκητικές πρακτικές, γιατί έγινε ο άνθρωπος το κέντρο τής θρησκείας του και ο άνθρωπος χρειάζεται να εξαγνιστεί. Αγνότητα κατά τη δική του αντίληψη ήταν να αποστασιοποιηθεί από τον κόσμο, να αποστασιοποιηθεί από το ίδιο του το σώμα. Αυτό διαστρέβλωσε το όλο πράγμα. Είχε φτάσει σε ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα, παρέμεινε όμως εκείνο μια φιλοσοφική μόνο έννοια.
 
Ο Αντινάθα απέρριψε τον Θεό αλλά άφησε ένα κενό, και ο Βούδας το γέμισε με τον διαλογισμό. Ο Αντινάθα έφτιαξε μια άθεη θρησκεία΄ ο Βούδας έφτιαξε μια διαλογιστική θρησκεία.
 
Ο διαλογισμός αποτελεί την συνεισφορά τού Βούδα. Το ζήτημα δεν είναι να βασανίζεις το σώμα΄ το ζήτημα είναι να γίνεις πιο σιωπηλός, να γίνεις πιο χαλαρός, να γίνεις πιο ειρηνικός. Πρόκειται για διαδρομή προς τα μέσα για να φτάσεις στο κέντρο σου της συνειδητότητας, και το κέντρο της συνειδητότητάς σου είναι το κέντρο ολόκληρης της ύπαρξης.
 
Έχουν περάσει και πάλι εικοσιπέντε αιώνες. Όπως ακριβώς χάθηκε μέσα στην έρημο των ασκητικών πρακτικών και του αυτοβασανισμού η επαναστατική ιδέα τού Αντινάθα για μια άθεη θρησκεία, έτσι και η ιδέα τού Βούδα για τον διαλογισμό, για κάτι το εσωτερικό που δεν μπορεί να δει κανένας άλλος, μόνο εσύ ξέρεις πού βρίσκεσαι, μόνο εσύ ξέρεις αν προοδεύεις ή όχι, χάθηκε η ιδέα του μέσα σε μια άλλη έρημο, και αυτή ήταν η οργανωμένη θρησκεία.
 
Η θρησκεία λέει ότι δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στα μεμονωμένα άτομα, αν κάνουν ή όχι διαλογισμό. Τους χρειάζονται κοινότητες, Δάσκαλοι, μοναστήρια, όπου μπορούν να ζούνε μαζί. Εκείνοι που βρίσκονται σε ανώτερο επίπεδο συνειδητότητας μπορούν να προσέχουν τους άλλους και να τους βοηθούν. Έγινε αναγκαίο να μην αφεθούν οι θρησκείες στα χέρια των μεμονωμένων ατόμων, αλλά να οργανωθούν και να βρίσκονται στα χέρια εκείνων που έχουν φτάσει σε υψηλό σημείο διαλογισμού.
 
Στην αρχή ήταν καλό αυτό΄ όσο ζούσε ο Βούδας, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που είχαν φτάσει στην αυτο-πραγμάτωση, στη φώτιση. Όταν όμως πέθανε ο Βούδας και πέθαναν κι αυτοί οι άνθρωποι, η ίδια η οργάνωση που υποτίθεται ότι θα βοηθούσε τους ανθρώπους να κάνουν διαλογισμό έπεσε στα χέρια ενός ιερατείου, και αντί να σε βοηθά να διαλογιστείς, άρχισαν να δημιουργούν τελετουργικά γύρω από την εικόνα τού Βούδα. Ο Βούδας έγινε άλλος ένας Θεός. Ο Αντινάθα κατήργησε τον Θεό, ο Βούδας δεν δέχτηκε ποτέ ότι υπάρχει Θεός, αυτό το ιερατείο όμως δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς Θεό. Έτσι λοιπόν, μπορεί να μην υπάρχει Θεός που είναι δημιουργός, ο Βούδας όμως έχει φτάσει στη θεϊκότητα.
 
Για τους άλλους, το μόνο πράγμα είναι να λατρεύουν τον Βούδα, να έχουν πίστη στον Βούδα, να ακολουθούν τις αρχές τού Βούδα, να ζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τη διδασκαλία του΄ και ο Βούδας χάθηκε μέσα στην οργάνωση, μέσα στη μίμηση. Ξέχασαν όμως όλοι το βασικό πράγμα, το οποίο ήταν ο διαλογισμός. Η όλη μου προσπάθεια είναι να δημιουργήσω μια άθρησκη θρησκεία. Είδαμε τι συνέβη στις θρησκείες που έχουν ως κέντρο τον Θεό. Είδαμε τι συνέβη στην επαναστατική ιδέα τού Αντινάθα, την άθεη θρησκεία. Είδαμε τι συνέβη στον Βούδα΄ οργανωμένη θρησκεία χωρίς Θεό.
 
H προσπάθειά μου τώρα είναι, ακριβώς όπως εκείνοι διέλυσαν τον Θεό, να διαλύσω και την θρησκεία. Να μείνει μόνο ο διαλογισμός ώστε να μην μπορείς να τον ξεχάσεις με κανένα τρόπο. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο να τον αντικαταστήσει. Δεν υπάρχει Θεός και δεν υπάρχει θρησκεία. Με τη λέξη θρησκεία εννοώ το οργανωμένο δόγμα, την πίστη, τα τελετουργικά, το ιερατείο. Και για πρώτη φορά, θέλω να είναι η θρησκεία απολύτως ατομική, γιατί όλες οι οργανωμένες θρησκείες, με Θεό ή χωρίς Θεό, έχουν οδηγήσει σε λάθος δρόμο την ανθρωπότητα. Και η μόνη αιτία υπήρξε η οργάνωση, γιατί η οργάνωση έχει τους δικούς της τρόπους που είναι αντίθετοι στη διαλογιστικότητα. Η οργάνωση αποτελεί στην ουσία πολιτικό φαινόμενο, δεν είναι θρησκευτική. Πρόκειται για άλλον ένα τρόπο εξουσίας και θέλησης για εξουσία.
 
Τώρα κάθε Χριστιανός ιερέας ελπίζει να γίνει κάποια μέρα τουλάχιστον επίσκοπος, να γίνει καρδινάλιος, να γίνει πάπας. Είναι καινούργια ιεραρχία αυτή, καινούργια γραφειοκρατία, και επειδή είναι πνευματική, δεν φέρνει κανείς αντιρρήσεις. Μπορεί να γίνεις επίσκοπος, μπορεί να γίνεις πάπας, μπορεί να γίνεις οτιδήποτε. Δεν υπάρχει αντίρρηση, γιατί δεν πρόκειται να εμποδίσεις τη ζωή κάποιου. Πρόκειται απλώς για μια αφηρημένη έννοια.
 
Η προσπάθειά μου είναι να καταστρέψω εντελώς το ιερατείο. Παρέμεινε μαζί με το Θεό, παρέμεινε μαζί με την άθεη θρησκεία, τώρα ο μόνος τρόπος είναι να αφήσουμε και τον Θεό και την θρησκεία ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα ιερατείου.
 
Τότε ο άνθρωπος θα είναι τελείως ελεύθερος, εντελώς υπεύθυνος για την ανάπτυξή του. Αίσθησή μου είναι ότι όσο πιο πολύ είναι υπεύθυνος ο άνθρωπος για την ανάπτυξή του, τόσο πιο δύσκολο τού είναι να την αναβάλει για πολύ καιρό. Γιατί σημαίνει τούτο ότι, αν είσαι δυστυχισμένος, εσύ είσαι υπεύθυνος. Αν έχεις ένταση, εσύ είσαι υπεύθυνος. Αν δεν είσαι χαλαρός, εσύ είσαι υπεύθυνος. Αν υποφέρεις, εσύ είσαι η αιτία. Δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει ιερατείο στο οποίο να μπορείς να πας και να ζητάς κάποια τελετουργία. Έχεις μείνει μόνος με τη δυστυχία σου, και κανείς δεν θέλει να είναι δυστυχισμένος.
 
Οι ιερείς σού δίνουν συνεχώς όπιο, σου δίνουν συνεχώς ελπίδα, ΄΄Μην ανησυχείς, πρόκειται για δοκιμασία τής πίστης σου, της εμπιστοσύνης σου΄ κι αν μπορείς να περάσεις μέσα από τη δυστυχία αυτή και τα βάσανα σιωπηλός και υπομονετικός, στον άλλο κόσμο μετά από το θάνατο θα ανταμειφθείς εξαιρετικά.΄΄ Αν δεν υπάρχει ιερατείο, πρέπει να καταλάβεις πως ό,τι είσαι, είσαι υπεύθυνος για κείνο εσύ και κανείς άλλος.
 
Kαι η αίσθηση ότι ΄΄Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη δυστυχία μου΄΄ ανοίγει την πόρτα. Αρχίζεις τότε να αναζητάς μεθόδους και μέσα για να βγεις από αυτή τη δυστυχή κατάσταση, και αυτό ακριβώς είναι ο διαλογισμός. Είναι απλώς η αντίθετη κατάσταση από εκείνην της δυστυχίας, των βασάνων, του άγχους, της αγωνίας. Είναι η κατάσταση ενός ειρηνικού, μακάριου ανθίσματος της ύπαρξης, τόσο σιωπηλού και πέρα από τον χρόνο που δεν μπορείς να διανοηθείς ότι είναι δυνατό κάτι καλύτερο από τούτο. Και δεν υπάρχει τίποτε που να είναι καλύτερο από την κατάσταση τού διαλογιστικού νου.
 
Μπορείς λοιπόν να πεις ότι τα τρία κβαντικά άλματα είναι τα εξής: ο Αντινάθα αφαιρεί τον Θεό γιατί βλέπει ότι ο Θεός γίνεται υπερβολικά βαρύς πάνω στον άνθρωπο΄ αντί να τον βοηθά στην ανάπτυξή του, έχει γίνει βάρος, ξεχνά όμως να τον αντικαταστήσει με κάτι. Ο άνθρωπος θα χρειαστεί κάτι στις δυστυχισμένες του στιγμές, στα βάσανά του. Προσευχόταν στον Θεό. Αφαίρεσες εσύ τον Θεό, του αφαίρεσες την προσευχή του και τώρα, όταν θα είναι δυστυχισμένος, τι θα κάνει; Στο Τζαϊνισμό δεν υπάρχει θέση για τον διαλογισμό.
 
Είναι η ενόραση τού Βούδα που είδε ότι έχει αφαιρεθεί ο Θεός΄ τώρα πρέπει να γεμίσει το κενό, γιατί αλλιώς το κενό θα καταστρέψει τον άνθρωπο. Φέρνει μέσα τον διαλογισμό, κάτι πραγματικά αυθεντικό, που μπορεί να αλλάξει όλο το είναι σου. Δεν είχε αντιληφθεί όμως, ίσως να μην μπορούσε να αντιληφθεί, γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να τα αντιληφθείς αν δεν συμβούν, ότι έπρεπε να μην υπάρχει οργάνωση, να μην υπάρχει ιερατείο, ότι όπως έφυγε ο Θεός, έπρεπε να φύγει και η θρησκεία. Μπορούμε να τον συγχωρήσουμε όμως, γιατί δεν το είχε σκεφτεί και δεν υπήρχε το παρελθόν εκείνο που θα τον βοηθούσε να το δει, ήρθε μετά από εκείνον.
 
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο ιερέας, και ο θεός είναι επινόηση τού ιερέα. Αν δεν απορρίψεις τον ιερέα, μπορείς να απορρίψεις τον Θεό αλλά ο ιερέας θα βρίσκει πάντα νέα τελετουργικά, θα δημιουργεί νέους θεούς.
 
Η προσπάθειά μου είναι να σε αφήσω μόνο σου με τον διαλογισμό, χωρίς κάποιον διαμεσολαβητή ανάμεσα σε σένα και την ύπαρξη. Όταν δεν είσαι σε διαλογισμό, είσαι χωρισμένος από την ύπαρξη και αυτό είναι που σε κάνει κι υποφέρεις. Είναι το ίδιο όπως όταν βγάλεις ένα ψάρι από τη θάλασσα και το πετάξεις στην ακτή΄ η δυστυχία και τα βάσανα και τα βασανιστήρια που περνάει, η δίψα του και η προσπάθεια να ξαναμπεί στη θάλασσα, γιατί εκεί είναι που ανήκει. Είναι μέρος της θάλασσας και δεν μπορεί να μείνει ξεχωριστά της.
 
Αν υποφέρεις, δείχνει αυτό απλώς ότι δεν είσαι σε βαθιά επικοινωνία με την ύπαρξη, ότι το ψάρι δεν είναι μέσα στη θάλασσα.
 
Ο διαλογισμός δεν είναι τίποτε άλλο από την απόσυρση όλων των εμποδίων, των σκέψεων, των συναισθημάτων, των αισθημάτων, τα οποία δημιουργούν ένα τείχος ανάμεσα σε σένα και στην ύπαρξη. Μόλις φύγουν αυτά, βρίσκεσαι ξαφνικά συντονισμένος με το όλον΄ όχι μόνο συντονισμένος, βλέπεις πραγματικά ότι είσαι το όλον.
 
Όταν γλιστρά η δροσοσταλίδα από το φύλλο τού λωτού και πέφτει στη θάλασσα, δεν βρίσκει ότι είναι μέρος της θάλασσας, βρίσκει ότι η ίδια είναι η θάλασσα. Και αν το βρεις τούτο, πρόκειται για τον υπέρτατο στόχο, την υπέρτατη αντίληψη, δεν υπάρχει τίποτε πέρα από αυτό.
 
Ο Αντινάθα λοιπόν άφησε τον Θεό αλλά δεν άφησε την οργάνωση. Και επειδή δεν υπήρχε Θεός, η οργάνωση δημιούργησε τελετουργίες.
 
Ο Βούδας, βλέποντας τι έγινε με τον Τζαϊνισμό, ότι είχε γίνει τελετουργικός, άφησε τον Θεό. Άφησε όλα τα τελετουργικά και επέμεινε στον μοναδικό στόχο τού διαλογισμού, ξέχασε όμως ότι οι ιερείς που είχαν φτιάξει τελετουργίες στον Τζαϊνισμό επρόκειτο να κάνουν το ίδιο με τον διαλογισμό. Και το έκαναν αυτό, έκαναν Θεό τον ίδιο τον Βούδα. Μιλούν για διαλογισμό, κατά βάση όμως είναι πιστοί τού Βούδα΄ πηγαίνουν στον ναό και αντί για τον Κρίσνα ή τον Χριστό υπάρχει το άγαλμα τού Βούδα. Δεν υπήρχε άγαλμα τού Βούδα επί πεντακόσια χρόνια μετά από τον Βούδα. Στους βουδιστικούς ναούς, είχαν απλώς το δέντρο κάτω από το οποίο φωτίστηκε ο Βούδας, σκαλισμένο σε μάρμαρο, ένα απλό σύμβολο. Δεν βρισκόταν εκεί ο Βούδας, μόνο το δέντρο.
 
Θα εκπλαγείς που το άγαλμα τού Βούδα το οποίο βλέπουμε σήμερα δεν έχει καμιά ομοιότητα απολύτως με την προσωπικότητα τού Βούδα, μοιάζει με την προσωπικότητα τού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Μέγας Αλέξανδρος ήρθε στην Ινδία τριακόσια χρόνια μετά τον Βούδα. Μέχρι τότε δεν υπήρχε κανένα άγαλμα τού Βούδα. Οι ιερείς βρίσκονταν σε αναζήτηση, επειδή δεν υπήρχε φωτογραφία, δεν υπήρχε κανείς πίνακας, πώς να φτιάξουν λοιπόν ένα άγαλμα τού Βούδα; και το πρόσωπο τού Αλέξανδρου έδειχνε πραγματικά υπεράνθρωπο, είχε όμορφη προσωπικότητα, το ελληνικό πρόσωπο και το σώμα΄ πήραν την ιδέα τού προσώπου και τού σώματος τού Βούδα από τον Αλέξανδρο. Όλα λοιπόν τα αγάλματα που είναι αντικείμενα λατρείας στους βουδιστικούς ναούς είναι αγάλματα τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν έχουν καμιά σχέση με τον Βούδα. Οι ιερείς όμως έπρεπε να δημιουργήσουν το άγαλμα΄ δεν υπήρχε Θεός, οι τελετουργίες ήταν δύσκολες, ήταν δύσκολες οι τελετουργίες γύρω από τον διαλογισμό. Δημιούργησαν ένα άγαλμα και άρχισαν να λένε, με τον ίδιο τρόπο όπως έκαναν κι οι άλλες θρησκείες, να έχεις πίστη στον Βούδα και θα σωθείς.
 
Χάθηκαν και οι δύο επαναστάσεις. Θα ήθελα να μην χαθεί αυτό που κάνω. Προσπαθώ λοιπόν με κάθε δυνατό τρόπο να απομακρύνω όλα εκείνα τα πράγματα τα οποία στο παρελθόν στάθηκαν εμπόδιο στη συνέχιση και το μεγάλωμα της επανάστασης. Δεν θέλω να στέκει κανείς ανάμεσα στο άτομο και την ύπαρξη. Καμιά προσευχή, κανείς ιερέας, εσύ μόνος σου είσαι αρκετός για να αντικρίσεις την ανατολή τού ήλιου, δεν χρειάζεσαι κάποιον που θα σου ερμηνεύσει τι όμορφη που είναι η ανατολή.
 
Λένε ότι κάθε πρωί ο Λάο Τσου πήγαινε περίπατο στους λόφους. Ένας φίλος τον ρώτησε, ΄΄Μπορώ να έρθω μαζί σου καμιά μέρα; Θα ήθελα ιδιαίτερα να έρθω αύριο, γιατί έχω έναν επισκέπτη που ενδιαφέρεται πολύ για σένα και θα χαρεί εξαιρετικά αν έχει την ευκαιρία να είναι μαζί σου δυο ώρες πάνω στα βουνά.΄΄
 
Ο Λάο Τσου είπε, ΄΄Δεν έχω αντίρρηση, μόνο ένα απλό πράγμα πρέπει να θυμάσαι. Δεν θέλω να πει κανείς τίποτα, γιατί έχω τα μάτια μου, εσύ έχεις τα μάτια σου, εκείνος έχει τα μάτια του, μπορούμε και βλέπουμε. Δεν υπάρχει λόγος να πούμε τίποτα.΄΄
 
Ο φίλος συμφώνησε, αλλά καθώς πήγαιναν, όταν άρχισε να ανατέλλει ο ήλιος, ο καλεσμένος το ξέχασε. Ήταν τόσο όμορφα δίπλα στη λίμνη, η αντανάκλαση όλων των χρωμάτων, τα πουλιά που κελαηδούσαν και οι λωτοί που άνθιζαν, που άνοιγαν, ώστε δεν μπόρεσε να αντισταθεί, το ξέχασε. Είπε, ΄΄Τι όμορφη ανατολή.΄΄
 
Ο οικοδεσπότης του έπαθε σοκ, γιατί είχε παραβεί την υπόσχεση. Ο Λάο Τσου δεν είπε τίποτα, δεν είπαν τίποτα εκεί. Πίσω στο σπίτι, κάλεσε τον φίλο του και του είπε, ΄΄Μη ξαναφέρεις τον καλεσμένο σου. Είναι πολύ φλύαρος. Η ανατολή ήταν εκεί, ήμουν εγώ εκεί, ήταν εκείνος εκεί, ήσουν εσύ εκεί, ποιος ο λόγος να πούμε κάτι, κάποιο σχόλιο, κάποια ερμηνεία;΄΄
 
Και αυτή είναι η δική μου στάση: είσαι εδώ, κάθε ένας άνθρωπος είναι εδώ, είναι διαθέσιμη ολόκληρη η ύπαρξη. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μείνεις απλώς σιωπηλός και να ακούσεις την ύπαρξη. Δεν υπάρχει ανάγκη για καμιά θρησκεία, δεν υπάρχει ανάγκη για κανένα Θεό, δεν υπάρχει ανάγκη για κανένα ιερατείο, δεν υπάρχει ανάγκη για καμιά οργάνωση.
 
Εμπιστεύομαι κατηγορηματικά τον μεμονωμένο άνθρωπο. Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει εμπιστευτεί τον άνθρωπο με τέτοιο τρόπο.
 
Μπορούμε λοιπόν να αφαιρέσουμε όλα τα πράγματα. Τώρα το μόνο που απέμεινε για σένα είναι η κατάσταση τού διαλογισμού, που σημαίνει απλώς κατάσταση απόλυτης σιωπής. Η λέξη διαλογισμός το κάνει να δείχνει βαρύτερο. Είναι καλύτερα να το ονομάσουμε μια απλή, αθώα σιωπή και η ύπαρξη ανοίγει όλες της τις ομορφιές για σένα.
 
Και καθώς μεγαλώνει εκείνη συνεχώς, μεγαλώνεις συνεχώς κι εσύ, και έρχεται κάποια στιγμή που έχεις φτάσει στην ίδια την κορυφή των δυνατοτήτων σου΄ μπορείς να την ονομάσεις βουδική κατάσταση, φώτιση, μπαγκβάτα, θεϊκότητα, οτιδήποτε΄ δεν έχει όνομα, επομένως οποιοδήποτε όνομα θα είναι εντάξει.
 
Osho, The Last Testament, Τόμος 5, Ομιλία #16